Ο σύντροφος του Οδυσσέα

Όχι. Δεν γνώριζα αν υπάρχει.

Δεν την είδα ποτέ να κλαίει σκλάβα πάνω στα τείχη.

Ούτε κι αν ήταν τόσο όμορφη όσο λέγανε.

Θυμάμαι μόνο, πως δεν είδα τα παιδιά μου ν’ ανθίζουν.

Και ότι είχα ξεχάσει πως είναι το κορμί της γυναίκας.

Το γονικό χωράφι μου ρήμαξε,

δέντρα ξερά κι αγριόχορτα.

Τα ζώα μου σκορπίσανε

και φαγώθηκαν από τους αργόσχολους.

Τα παιδιά μου,

έφτασαν ν’ απλώσουν

το κουρελιασμένο τους χέρι στους περαστικούς

κι η γυναίκα μου

να κλαίει στο ρημαγμένο σπίτι.

Ύστερα αίμα. Πολύ αίμα.

Και ξανά το ρημαγμένο χωράφι

και τα φαγωμένα ζώα

(δεν είναι τα γονικά μου)

και παιδιά ν’ απλώνουν το χέρι

και γυναίκες να κλαίνε.

Και πάλι αίμα. Πολύ αίμα.

Και ξανά ρημάδια

και παιδιά που απλώνουν το χέρι

(δεν είναι τα δικά μου)

και γυναίκες που κλαίνε.

Και ξανά

 

- Ανδρείοι σεις που πολεμήσατε και πέσατ’ ευκλεώς …[1]

Όχι. Δεν γνώριζα αν υπάρχει.

Δεν την είδα.

 

Στάσου.

Δωσ’ μου λίγο ακόμη απ’ το ζεστό αίμα.

Μη φεύγεις.

Θα τα θυμηθώ όλα.

 


[1]Κ.Π. Καβάφης, «Υπέρ της Αχαϊκής Συμπολιτείας Πολεμήσαντες»