Ηλικία


«Είμαι ογδόντα δυο χρονώ,

και δεν έχω τίποτα»,

έλεγε κάποτε ο παππούς μου

(τονίζοντας λίγο παραπάνω το ογδόντα)

καθισμένος κάτω από το μεγάλο δέντρο της αυλής.

 

Υπάρχουν πολλά πράγματα που θυμάμαι

απ’ τον παππού μου:

Τα τσιγάρα με το τσακμάκι δίπλα στον καφέ,

και το κομπολόι με τις μεγάλες κίτρινες χάντρες.

Το πρόσωπό του,

το βάδισμα των ογδόντα δυο του χρόνων,

και τη σιωπή του,

που κάπνιζε ανάμεσα στα δάκτυλα,

όταν θυμόταν τις ιστορίες.

«Είμαι ογδόντα δυο χρονώ …»

Βέβαια, το συνομιλητή του

δεν τον θυμάμαι.

Θυμάμαι όμως δίπλα του

τον πατέρα μου να δουλεύει,

αφήνοντας μόνο τις εκφράσεις του προσώπου του

να συμμετέχουν στη συζήτηση.

Τα σαράντα έξι του χρόνια,

ήταν πολύ μακριά από τα ογδόντα δύο,

και το κορμί γερό.

Ανάμεσα σε πατέρα και γιο,

ανάμεσα σε δύναμη και σοφία

η γραμμή της ζωής συμπληρωμένη.

Λίγους μήνες μετά,

ο παππούς πέθανε.

Ο πατέρας μου,

ψύχραιμα ταραγμένος,

προσπαθούσε να εξηγήσει σε μας τους μικρούς

τον κύκλο της ζωής και του θανάτου.

Τα σαράντα έξι του χρόνια

ήταν μακριά από τα ογδόντα δύο,

όμως στον κύκλο της ζωής,

το δεξί του χέρι είχε πια ελευθερωθεί.

Για άλλα δέκα χρόνια,

συνέχισε να δουλεύει το ίδιο σιωπηλός

κάτω από το μεγάλο δέντρο,

και να ξεκουράζεται στην ίδια καρέκλα

που κάποτε καθότανε ο πατέρας του.

 

Θυμάμαι πολλά πράγματα απ’ όσα έζησα

με τους ανθρώπους που αγάπησα.

Τα θυμάμαι καθημερινά σαν αναμνήσεις,

κι άλλοτε μου τα θυμίζουν οι πράξεις

και τα λόγια μου,

που βρίσκω ξαφνικά να μην είναι δικά μου,

που βρίσκω πως ίσως τα ‘χω ξαναπεί

χωρίς να μπορώ το χρόνο και τον τόπο να

προσδιορίσω.

 

Κάτω απ' το μεγάλο δέντρο της αυλής ξεκουράζομαι.

Είμαι εκατόν εβδομήντα πέντε χρονώ.

Τα τριάντα επτά από αυτά είναι δικά μου.