Περιβόλι κάτω απ' το χώμα

Δεν ωφελεί, λες, να τα θυμόμαστε πια.

Κι αν ήταν άλλες εποχές τότε,

εκεί που κάποτε παίζαμε,

τώρα σκάβουμε το χώμα.

Κάθε μας νεκρός,

παίρνει μαζί του στο σκοτάδι

κι ένα κομμάτι απ' τη ζωή μας.

Να, εδώ,

είναι θαμμένο ένα περιβόλι.

Γεμάτο από δέντρα κάθε λογής,

ανάμεσα σε κλήματα και γέρικες ελιές.

Κάτω από το δέντρο,

ξεκουράζεται ο νεκρός,

με τα χέρια γεμάτα φως,

με τα μάτια γεμάτα φως.

Μας κοιτά,

και ξεκουράζεται.

Η ζωή του,

είναι γεμάτη από σπόρους που άνθισαν,

και καρπίζουν,

σε δέντρα και σε ψυχές μικρών παιδιών.

Κι εδώ,

λίγο πιο βαθιά,

εκεί που η ρίζα του δέντρου

τυλίγει το μπηγμένο ξύλο του σταυρού,

μας μιλά

για τη ζωή που ανοίγεται μπροστά μας.

Λόγια αγάπης, νοσταλγίας

μα και πίκρας κρυμμένης

καθώς κοιτά το σύννεφο,

να σχηματίζεται στον ορίζοντα

σταγόνα τη σταγόνα,

και νιώθει τα λόγια του

να μυρίζουν χώμα.

 

Δεν ωφελεί, λες, να τα θυμόμαστε πια.

Ίσως.

Όμως αύριο

ένας άνδρας θα δείξει σ’ ένα μικρό παιδί

πως δένουν την πετονιά

και πως κρατάνε το καλάμι.

Το παιδί,

θα το πιάσει με τα μικρά του χέρια

και θα τον κοιτάξει μες τα μάτια.

Ο άντρας θα σταθεί σιωπηλός.

Θα κοιτάξει το παιδί,

και τα μάτια του θα γεμίσουν φως,

και τα χέρια του θα γεμίσουν αγάπη.

Θ' αγγίξει το καλάμι, το παιδί

και θα του μιλήσει με νοσταλγία.

Τα λόγια του,

λόγια αγάπης μα και πίκρας κρυμμένης,

θα αντηχήσουν ξανά

καθώς κάτω απ' το χώμα,

κάποιος νεκρός,

τον κοιτά

και ξεκουράζεται δίπλα στη θάλασσα.

επιστροφή