ΣΑΝΤΟΡΙΝΗ

 

Μέτρησε τις εκκλησιές καθώς περνάς

για κάθε μια, στέκει και μια μαυροντυμένη γυναίκα

αγναντεύοντας το πέλαγο

ή μια συμφορά ή μια ελπίδα.

Κάθε χτύπος απ’ τις καμπάνες τους κι ένας θρήνος

κι ένα μοιρολόι για το καράβι που δεν γύρισε

για το τσακισμένο κορμί στο βάθος του γκρεμού.

Άλλες πάλι στέκουν απ’ την εποχή

που οι φλέβες της γης άνοιξαν,

χωρίζοντας τη γη και τη ζωή στα δυο.

Κι έβλεπες τότες τους ανθρώπους

να κουβαλούν τις μαύρες πέτρες απ’ το γιαλό

για να τις ξαναχτίσουν,

για να ξανάρθει η ευτυχία

Γιατί η ευτυχία δεν είναι σαν τη δυστυχία,

αργεί να ‘ρθει σε τούτα τα μέρη.

 

«ΚΥΡΙΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ»

γράφανε στους τοίχους και στις εικόνες

και σφίγγανε τα δόντια.

Και πέρασε ο καιρός

κι η ευτυχία ήρθε σιγά-σιγά

μέσα στα σπίτια και κάτω στα λιμάνια.

Κι οι άνθρωποι άρχισαν ξανά να ελπίζουν

πάνω απ’ τις φλέβες της γης που φούσκωναν ξανά

κι απ’ τα καράβια που μακριά, άνοιγαν πορεία με τ’ αστέρια

κόντρα στον άνεμο

ακονίζοντας  και πάλι το μαχαίρι της δυστυχίας,

μέχρι την ημέρα που θα ξαναπέσει πάνω τους

χωρίζοντας τη γη και τη ζωή στα δυο,

πριν προλάβουν να ψελλίσουν κείνο το «ΚΥΡΙΕ»…

 

Μέτρα τις εκκλησιές καθώς περνάς

και κοίταξε πίσω απ’ το ασβεστωμένο δέρμα τους

τις μαύρες πέτρες που τις κρατούν

– είναι ο τόπος σου.

Και στάσου σιωπηλός μπροστά τους,

μακριά απ’ τους ανθρώπους

που μπερδεύουν τις μαύρες πέτρες στα κοσμήματα

και τ’ άστρα τ’ ουρανού με τ’ αεροπλάνα.