ΤΑ ΣΠΙΤΙΑ

Αυτές οι πέτρες,

ήταν κάποτε τα σπίτια και οι αυλές μας.

Καράβια ριζωμένα στην πλαγιά,

το ένα δίπλα στο άλλο

που τα κυβερνούσαμε

μέσα στους χειμώνες και τα καλοκαίρια.

Εδώ, ήταν τα σπίτια

με τα δωμάτια

που μας γέννησαν και μας μεγάλωσαν.

Ίσκιος και δροσιά,

ζέστη και φως.

Ο κόρφος μιας μάνας περασμένης

που μας μεγάλωσε

και που μεγάλωσε μαζί μας.

Τώρα,

ένας σωρός από πέτρες και ξύλα,

ανάμεσα σε αγριόχορτα και δέντρα,

γύρω από την εκκλησιά,

που ξέχασε πως να προσεύχεται,

και την καμπάνα που μετρά

τα χρόνια της στον αέρα.

 

Θυμούνται τα σπίτια μας.

Αυτές οι πέτρες που απέμειναν,

θυμούνται.

Καθώς στεκόμαστε αμίλητοι,

και μας λένε την ιστορία τους.

Μα δεν μπορούν να φανταστούν,

ούτε και να αναγνωρίσουν πια

ποιος στέκεται απέναντί τους.