Το ποίημα του μήνα
Εάν επιθυμείτε να λαμβάνετε e-mail με τις νέες καταχωρήσεις, πατήστε εδώ
Δεκέμβριος 2014

Το χέρι που έβαλε την υπογραφή γκρέμισε μια πόλη
Πέντε ηγεμονικά δάχτυλα μπήχτηκαν στην αναπνοή,
Διπλασίασαν τη σφαίρα των νεκρών και κόψαν στη μέση μια χώρα
Οι πέντε αυτοί βασιλιάδες θανάτωσαν ένα βασιλιά.

Ντύλαν Τόμας, Το χέρι που έβαλε την υπογραφή, μτφ. Λύντια Στεφάνου

Νοέμβριος 2014

Όταν ανάλαφρο χέρι τη χώρα κυβερνά
Οι άνθρωποι είναι απλοί.
Όταν η χώρα κυβερνάται αυστηρά,
Οι άνθρωποι είναι πανούργοι.

Η ευτυχία ριζώνει στην αθλιότητα,
Η αθλιότητα παραμονεύει κάτω από την ευτυχία.
Ποιος ξέρει τι κρύβει το μέλλον;
Η τιμιότητα δεν είναι πραγματική.
Η τιμιότητα μεταβάλλεται σε ατιμία.
Η καλοσύνη σε μαγεία.
Και το μάγεμα του ανθρώπου βαστά πολύν καιρό.

Γι αυτό ο συνετός άνθρωπος είναι κοφτερός χωρίς να κόβει.
Αιχμηρός δίχως να τρυπά,
Ειλικρινής, αλλά συγκρατημένος,
Ακτινοβολεί, μα δεν τυφλώνει.

Λάο Τσε, Ταο Τε Κινγκ, 58, μτφ. Πέτρος Κουρόπουλος

Οκτώβριος 2014

Να τι μπορεί να πει κανείς για τον άνθρωπο - ενώ οι θεωρίες αλλάζουν και καταρρέουν, ενώ οι διάφορες φιλοσοφίες, οι σχολές και οι στενοί και σκοτεινοί λαβύρινθοι της σκέψης, εθνικοί, θρησκευτικοί, οικονομικοί, ακμάζουν κι έπειτα παρακμάζουν, ο άνθρωπος τραβάει εμπρός, προχωράει σκοντάφτοντας, με κόπο, κάποιες φορές λαθεμένα. Αφού κάνει ένα βήμα, τυχαίνει να γλιστρήσει προς τα πίσω, μα μόνο μισό βήμα, ποτέ ολάκερο. Μπορείτε να το νιώσετε όταν τα μαύρα αεροπλάνα ζυγιάζουν τις μπόμπες τους πάνω σε άμαχους πληθυσμούς, όταν οι αιχμάλωτοι στοιβάζονται ίδια γουρούνια, όταν τα σακατεμένα κορμιά στραγγίζουν το αίμα τους ποτίζοντας τη γη. [...] Να φοβάσαι τη μέρα που θα πάψουν οι βομβαρδισμοί, μόλο που θα υπάρχουν ακόμα η βομβαρδιστές, γιατί η κάθε μπόμπα είναι απόδειξη πως δεν πέθανε το πνεύμα. Να φοβάσαι τη μέρα που θα σταματήσουν οι απεργίες, μόλο που θα υπάρχουν ακόμα οι μεγάλοι ιδιοκτήτες - γιατί η κάθε μικροαπεργία που χτυπιέται, είναι μια απόδειξη ότι έγινε αυτό το βήμα.

Τζων Σταϊνμπεκ, Τα σταφύλια της οργής, μτφ. Κοσμάς Πολίτης.

Σεπτέμβριος 2014

Θα πεθάνεις
και θα κείτεσαι,
και μήτε θ' απομείνει η θύμησή σου σε κανέναν,
μήτε και καημός για σέ,
τι οι Μούσες σου 'χουν αρνηθεί
της Πιερίας τα ρόδα,
κι έτσι στον Κάτω Κόσμο
ασήμαντη θα μείνεις,
με τις σκιές των πεθαμένων
σα βρεθείς.

Σαπφώ, 58D, 211P, μτφ. Ι. Θ. Κακριδής

Αύγουστος 2014

Δεν είν' ο έρωτας ανθός μαζί του για να παίξεις,
μον' είναι βάτος μ' αγκαθιές κι αλίμονό σου αν μπλέξεις.

Λιανοτράγουδο

Ιούλιος 2014

[...]
Και το κοντοβασίλεμα
εψυχωμάχε η κόρη
και η μάνα τζη τη ρώτανε
τι θέλεις να σου βάλω

Θέλεις τα πα θελεις τα θα
θέλεις τα βελουδένια
γή θες τα χρυσοπράσινα
που σου φερεν ο Γιάννης

Μήδε τα πα μήδε τα θα
μήδε τα βελουδένια
μήδε τα χρυσοπράσινα
που μου φερεν ο Γιάννης

Θέλω το ρουχαλάκι μου
τούτο το ματωμένο
το άσπρο φουστανάκι μου
το ματοβουρωμένο
για να περάσει ο βασιλιάς
και να το μάθει η χώρα
πως μ' αδικοσκοτώσατε
για ένα ματσάκι ρόδα.

Μιαν κόρη ρόδα εμάζωνε, Παραδοσιακό Ριζίτικο Κρήτης

Ιούνιος 2014

Δεν ήταν δειλός, γιατί είχε συναίσθηση της δειλίας του.

Μ. Αναγνωστάκης, ΥΓ, 4, 1983.

Μαϊος 2014

Συνέβη χωρίς ποτέ να καταλάβω πως - η μητέρα είχε πονοκέφαλο, θυμάμαι, και μ' έστειλαν στο φαρμακείο, στο γυρισμό, είναι η αλήθεια, χάζεψα λίγο, κορόιδεψα έναν γέρο, τρόμαξα με μια πέτρα δυό πουλιά
κι ώσπου να στρίψω πάλι το δρόμο
ούτε σπίτι, ούτε νεότητα πιά.

Τ. Λειβαδίτης, Επιστροφή απ' το φαρμακείο, 1977.

Απρίλιος 2014

Μέρες κάναμε πρόβα
την κάθε πατριαρχική ρήση:
Λάζαρος, Φαραώ, Σολομών,

Δαβίδ και Γολιάθ κυλούσαν
θαυμάσια, σαν δεμάτια σανό
τεράστια για τα δικά μας δρομάκια

ή φαρκάρανε στη σχισμή -
"Η δική σας μεριά του σπιτιού, θαρρώ,
διόλου δεν διέπεται από τη Βίβλο".

Το μυαλό του ήταν μια ασβεστωμένη κουζίνα
με αφορισμούς στους τοίχους, σκουπισμένη όλο τάξη
σαν το σώμα της 'κλησιάς.

Seamus Haeney, Η άλλη μεριά, ΙΙ, μτφ. Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ

Μάρτιος 2014

[...]
Κι ως προχωρούσα,
κι εβράδιαζε, ξανάνιωσα απ' την ίδια
πληγή, που η μοίρα μ' άνοιξε, το σκότος
να μπαίνει ορμητικά μες την καρδιά μου,
καθώς από ραγισματιάν αιφνίδια μπαίνει
το κύμα σε καράβι που ολοένα
βουλιάζει. Κι όμως τέτοια ως να διψούσε
πλημμύραν η καρδιά μου, σα βυθίστη
ως να πνίγηκε ακέρια στα σκοτάδια,
σα βυθίστηκε ακέρια στα σκοτάδια,
ένα μούρμουρο απλώθη απάνωθέ μου,
ένα μούρμουρο,
κ' έμοιαζ' έλεε:
"Θα 'ρτει"

Άγγελος Σικελιανός, Ιερά Οδός, 1935.

Φεβρουάριος 2014
Παιδί, το περιβόλι που θα κληρονομήσεις,
όπως το βρεις κι όπως το δεις να μη το παρατήσεις.
Σκάψε το ακόμα πιο βαθιά και φράξε το πιο στέρεα,
και πλούτησε τη χλώρη του και πλάτυνε τη γη του,
κι ακλάδευτο όπου μπλέκεται να το βεργολογήσεις,

και να του φέρνεις το νερό το αγνό της βρυσομάνας -
κι αν αγαπάς τ' ανθρώπινα κι όσα άρρωστα δεν είναι,
ρίξε αγιασμό και ξόρκισε τα ξωτικά, να φύγουν,
και τη ζωντάνια σπείρε του μ' όσα γερά, δροσάτα.
Γίνε οργοτόμος, φυτευτής, διαφεντευτής.

Κι αν είναι
κι έρθουνε χρόνια δίσεχτα, πέσουν καιροί οργισμένοι,
κι όσα πουλιά μισέψουνε σκιασμένα, κι όσα δένδρα
για τίποτ' άλλο δε φελάν παρά για μετερίζια,
μη φοβηθείς το χαλασμό. Φωτιά! Τσεκούρι! Τράβα,
ξεσπέρμεψέ το, χέρσωσε το περιβόλι, κόψ' το,
και χτίσε κάστρο απάνου του και ταμπουρώσου μέσα,
για πάλεμα, για μάτωμα, για την καινούργια γέννα,
π' όλο την περιμένουμε κι όλο κινάει για να 'ρθει,
κι όλο συντρίμι χάνεται στο γύρισμα των κύκλων.

Κ. Παλαμάς, Οι πατέρες, Βωμοί, 1915.

Ιανουάριος 2014

Κανένας δεν μας πλάθει ξανά από χώμα και πηλό,
κανένας δεν ευλογεί τη σκόνη μας.
Κανένας.

Δόξα σοι ο Κανένας.
Για την αγάπη σου θέλουμε
ανθίσει.
Σ' εσέναν
απέναντι.

Ένα Τίποτα
είμαστε, είμαστε, για πάντα
θα μείνουμε, που ανθίζει:
του Τίποτα, του
Κανενός το ρόδο.

Με
το στύλο φως ψυχής,
το στήμονα έρημο ουρανού,
τη στεφάνη κόκκινη
από τη λέξη πορφύρα, που τραγουδούσαμε
πάνω, ω πάνω
απ' τ' αγκάθι

Paul Celan, Ψαλμός, Die Niemandsrose, μτφ. Χ. Γ. Λάζος

2013

2012

2011